Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Διαβάσαμε και σας προτείνουμε: Νίκος Κοκάντζης, Τζιοκόντα


Γλυκιά, τρυφερή ιστορία εφηβικού έρωτα με φόντο την κατοχική Θεσσαλονίκη. Η Τζιοκόντα είναι μια νεαρή όμορφη Εβραιοπούλα που βρίσκει στο πρόσωπο του Νίκου την παντοτινή αγάπη. Ο μοναδικός τους έρωτας όμως θα διακοπεί αναπάντεχα με την οριστική απομάκρυνση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί, τη συγκέντρωσή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη μαζική τους θανάτωση στους θαλάμους αερίων.

Ο συγγραφέας χρειάστηκε πάνω από 30 χρόνια για να καταγράψει μια ιστορία πάθους που έζησε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η ψυχολογική αυτή απόσταση του δίνει τη δυνατότητα να αποφύγει το μελοδραματισμό και να ισορροπήσει, ως προς το ύφος, ανάμεσα στην ποίηση και τη ρεαλιστική περιγραφή, ώσπου, σχεδόν εντελώς αποστασιοποιημένος, να κορυφώσει δραματικά το έργο με ένα ελεγειακά δοσμένο τέλος.

Η τραγικότητα αυτή του τέλους, που υπονοείται από την αρχή, δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να απολαύσει με ακόμα μεγαλύτερη ταύτιση τη μεγαλειώδη σχέση των δύο νέων σε κάθε της έκφανση.

Επιλεγμένα αποσπάσματα

«Χθες είδα και πάλι στ’ όνειρό μου την παλιά μου γειτονιά. Όνειρο στον ύπνο, στον ξύπνο εφιάλτης έτσι που την έχουνε καταντήσει. Όμως εγώ την πρόλαβα στις ομορφιές της. Τύχη μου εμένα μεγάλη που πρόλαβα στις ομορφιές της. Τύχη μου εμένα μεγάλη που πρόλαβα και γεννήθηκα και μεγάλωσα εκεί όπως ήτανε στα παλιά, έζησα εκεί και τον Πόλεμο και την Κατοχή και μερικά χρόνια μετέπειτα.

Σ’ εκείνα τα χρόνια, πριν από τον Πόλεμο, σε γειτονιές σαν τη δική μας, οι άνθρωποι καθόντανε ακόμη σε σπίτια κι όχι σε μέγαρα», υπήρχανε κήποι και λουλούδια και λείπανε τ΄αυτοκίνητα, οι εποχές του έτους είχανε ακόμη τη δική τους μυρουδιά η καθεμιά και την ησυχία της νύχτας την έκοβε το γάβγισμα ενός σκύλου, το λάλημα ενός κόκορα πριν ξημερώσει, τα βατράχια στη στέρνα του γείτονα το καλοκαίρι, ο πρωινός ο γαλατάς κι οι πρώτες κουβέντες των νοικοκυράδων - Θέε μου, αυτά και τόσα άλλα».